Η μάχη στα Στενά του Αγ. Αθανασίου Καρύταινας

 

Στις 27 Μαρτίου του 1821 διεξήχθη στην θέση στενά του Αγίου Αθανασίου Καρύταινας η πρώτη νικηφόρα μάχη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων.

Οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας, Γέρων Κολοκοτρώνης, Δεληγιάννης και Πλαπουταίοι πολιορκούσαν τους Οθωμανούς κατοίκους της Καρύταινας και λίγους Αλβανούς, μέσα στο παλιό τους φρούριο. Ενώ η πολιορκία είχε δυσμενή για τους πολιορκούμενους έκβαση, έγινε γνωστό ότι άλλοι Τούρκοι, κάτοικοι του Φαναριού, και εκείνοι των Ζιούμπων μαζί με τα γυναικόπαιδά τους συνολικά γύρω στις τρεις χιλιάδες πληθυσμός, έχοντας μαζί τους και μεγάλο αριθμό φορτηγών ζώων είχαν ενωθεί και ετοιμάζονταν να περάσουν μέσα από την Γορτυνία και να παν στην Τρίπολη. Ο Γέρων Κολοκοτρώνης μόλις ειδοποιήθηκε, τοποθετήθηκε με αρκετό σώμα στρατιωτών απέναντι της Γόρτυνας στον Άγιο Αθανάσιο στις 27 Μαρτίου 1821 και περίμενε το πέρασμα των Οθωμανών. Οι Τούρκοι φτάνοντας και βλέποντας το πέρασμα να το κρατάν οι Έλληνες, αποφάσισαν και επιτέθηκαν. Διέσχισαν το σώμα των Ελλήνων, και ενώ πλησίαζαν να βγουν στην πεδιάδα της Καρύταινας, έφτασε άλλο ένα σώμα Ελληνικό από 300 στρατιώτες. Οι Τούρκοι βλέποντας το δεύτερο σώμα και υποθέτοντας ότι υπάρχουν και άλλες ενισχύσεις φοβήθηκαν και οπισθοδρόμησαν στο κατηφορικό έδαφος, πηγαίνοντας προς το ποτάμι, με σκοπό να το περάσουν και να βγουν απέναντι στο φρούριο της Καρύταινας. Οι Έλληνες βλέποντας τους Τούρκους να οπισθοχωρούν, επιτέθηκαν και έκαναν μεγάλη φθορά στα γυναικόπαιδα και τα φορτηγά ζώα. Εν τω μεταξύ άλλοι Τούρκοι βγήκαν από το φρούριο της Καρύταινας και τουφέκιζαν τους Έλληνες για να αναχαιτίσουν τον όλεθρο που πάθαιναν οι ομόθρησκοί τους. Ο ποταμός ήταν πλημμυρισμένος και δυσκόλευε το πέρασμα. Πολλοί Τούρκοι πνίγηκαν, αλλά όσοι μπόρεσαν πέρασαν το ποτάμι και βρήκαν καταφύγιο στο φρούριο. Μετά την ήττα αυτή οι Τούρκοι νύχτα έστειλαν ανθρώπους στην Τρίπολη και ειδοποίησαν την εκεί εξουσία για τα γεγονότα, ζητώντας συγχρόνως να τους βοηθήσουν. Η εξουσία έστειλε δυο χιλιάδες ιππείς και πεζούς. Οι Έλληνες, αν και ήταν δέκα περίπου χιλιάδες, βλέποντας τους εχθρούς τρόμαξαν και διασκορπίστηκαν χωρίς την ελάχιστη συμπλοκή. Οι Οθωμανοί όμως, αφού ενώθηκαν με τους υπόλοιπους, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν την Καρύταινα, και αναχώρησαν για την Τρίπολη.

Η μάχη περιγράφεται σε βιβλίο ιστορίας του 1931, πολύ γλαφυρά, ως εξής:

Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνει ότι οι Τούρκοι του Φαναριού, Ζαχαίοι, Μουτριζαίοι , Ζουρτσάνοι , ετοιμαζόντανε να πάνε στην Τρίπολη.    Δεν του αρέσει διόλου .   Δε θέλει να δυναμωθεί το κέντρο.  Πρέπει να τους κτυπήσει . Χωρίζεται από τον Παπαφλέσσα και τους άλλους και παίρνει γοργός το δρόμο για την Καρύταινα . Το σώμα του κοντοστέκει για στιγμή . Οι αρχηγοί του προτείνουν να τραβήξουν για το Λιοντάρι.

Τι να κάμουμε, μωρέ, στο Λιοντάρι, τους φωνάζει: Να πάμε να μαζέψουμε χαλκώματα; Εδώ είναι η δουλειά μας!  Μπροστά!

Τίποτα δε μπορεί να τον κλονίσει. Τραβάει για την Καρύταινα, να βοηθήσει τους Έλληνες εκεί και να φυλάξει καρτέρι των Τούρκων του Φαναριού.  Ρίχνει χίλια ντουφέκια το σύνθημα του ξεσηκωμού κ’ ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται ολούθε όπου περνάει.  -Τραβάτε στο παλιόκαστρο τους λέει. Βαράτε τους κλεισμένους.  

Ένας φτάνει λαχανιασμένος.  Έρχεται από το Βασίλη το Μπούτουνα. Είχε πιάσει αυτός το γεφύρι της Καρύταινας και παραφύλαγε.  Τούρκος ταχυδρόμος σταλμένος από τους άλλους του Φαναριού , πήγε να περάσει , να βγει στην Τρίπολη να δώσει γράμμα : Αύριο ερχόμαστε!   Το διαβάζει:   -Καλά , θα τους κάμω νοικοκυραίους.   Και δίνει το σύνθημα στα παλικάρια να κινήσουν. Πάει να πιάσει μια στενοτοπιά στον Αη Θανάση  να τους βαρέσει.  Φτάνει στο στενό πιάνει το ψήλωμα , θα τους έχει από κάτω, την ώρα που θα περνούν . Νυχτώνει . Οι Τούρκοι έχουν ζυγώσει ως τη Σολδίνα, κοιμούνται κοντά σε μια μεγάλη βρύση . Άγρυπνος ο Κολοκοτρώνης . Στέλνει μαντατοφόρο στους Ανδριτσάνους, που είναι στις πλάτες των Τούρκων: 

«Κρατάω τον Αη-Θανάση.  Ελάτε να χτυπήσετε  και σεις τον εχθρό από πίσω». Νύχτα φτάνει το γράμμα του στο Ρόβια , όπου είναι το στρατόπεδο των Ανδριτσάνων . Δεν ξέρουν ακόμα την υπογραφή του αρχηγού , κρατάνε τον μαντατοφόρο ως που να ξημερώσει , φοβούνται μην είναι γελασιά των Τούρκων.

Ο Κολοκοτρώνης παίρνει γράμμα κ’ από τον Ηλία Μαυρομιχάλη. Του λέει πως έφτασε στο Λιοντάρι με τους διακόσους  Μανιάτες. Αμέσως του γράφει: «Κάμετε γλήγορα, να ‘ρθητε. Θα πιάσουμε ντουφέκι».Τέσσερες γεμάτες ώρες είναι ως το Λιοντάρι.  Ο πεζοδρόμος είτε δειλιάζει είτε χάνεται τη νύχτα, το γράμμα του Κολοκοτρώνη δεν πάει.

Πρωί-πρωί φαίνονται οι Τούρκοι. Είναι ως χίλιοι επτακόσοι και τρεις χιλιάδες ζωντανά φορτωμένα, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Η κολώνα τους έχει μάκρος περσότερο κ’ από δυο ώρες. Μπροστά οι άντρες, στρατός αρματωμένος καλά. Βλέπουν τα στενά πιασμένα . ανοίγονται. Υπερασπίζουν όλα τους εκεί πέρα: Τη ζωή του , τα γυναικόπαιδά τους, την περιουσία τους. Πολεμούν λυσσασμένα. Είναι το πρώτο ντουφέκι του εικοσιένα με σώματα κάποιου αριθμού , συγκροτημένα πειθαρχημένα. Κ’ οι Έλληνες έχουν αρχηγό αυτόν που θα διευθύνει από δω και πέρα τον αγώνα. Είναι το πρώτο μεγάλο βάφτισμα στη φωτιά της λευτεριάς.

Οι Σπαρτιάτες ανασταίνουν εκεί , μετά τόσους αιώνες, την παλιά δόξα της στρατιωτικής αρετής τους. Πολεμούν ξεταμπούρωτοι, ορθοί, θεριά. Ήταν τρακόσοι , όσοι και στις Θερμοπύλες. Ο Κολοκοτρώνης δε θα ξεχάσει ποτέ την παλικαριά. 

«Οι Σπαρτιάται», γράφει στην αυτοβιογραφία του, «έκαμαν τότε ένα πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα».

Από μπροστά χτυπούσε τους Τούρκους ο Κολοκοτρώνης κ’ από πίσω φτάσανε οι Ανδριτσάνοι με κεφαλή το Τσανέτο Χριστόπουλο και με το Καφετζή από τη Λιοδώρα. Οι Τούρκοι στενοχωρημένοι , διπλασιάζουν την ορμή τους . Από το σώμα του Κολοκοτρώνη πέφτει νεκρός ο Φασέας γαμπρός του Παναγή Τρουπάκη και πρωτοπαλήκαρό του , λαβώνονται οι δυο άλλοι αρχηγοί Βοϊδής και Δουράκης . Τα φυσέκια τους είναι λίγα: Αναγκάζονται να τραβηχτούν στα πλάγια του Κουρουνιού. 

Οι Τούρκοι ανοίγουν διάβα. Φτάνουν όμως οδηγούμενοι από τον κρότο της μάχης οι Πλαπουταίοι . Ο Κολοκοτρώνης βλέποντας την ανέλπιστη τούτη βοήθεια πιάνει το γεφύρι του Ρουφιά. Οι Μανιάτες άμα είδαν πως έφτασαν άλλοι , πήραν τους λαβωμένους κ’ έφυγαν. Είκοσι του είχαν μείνει τώρα μονάχα του Κολοκοτρώνη.  Μ’ αυτούς κρατούσε το γεφύρι . Είχε βραχνιάσει από τις φωνές και δεν μπορούσε να μιλήσει. Κουνούσε τα μπαϊράκια του για να τον ιδούν οι Πλαπουταίοι . Φτάνουν και τρακόσοι Δημητσανίτες με το Σπηλιωτόπουλο . Το ντουφέκι ανάβει δυνατώτερο.  Οι Τούρκοι έχουν διαβεί το στενό , μα πρέπει να περάσουν και το Ρουφιά. Ο Κολοκοτρώνης τους κτυπάει από μπροστά , οι Πλαπουταίοι , Φαναρίτες και Δημητσανίτες από το πλάϊ  και τις πλάτες.  Τα χάνουν. Οι άλλοι Τούρκοι από το κάστρο της Καρύταινας , βγαίνουν να τους βοηθήσουν . Οι Έλληνες τους χτυπούν , δεν τους αφήνουν . Τέλος η κολώνα τους πέφτει στο ποτάμι απελπισμένη να το περάσει , στη θέση Χαλούλαγα. Χτυπημένοι από παντού , άλλοι σκοτώνονται , άλλοι πνίγονται στο ρέμα . Πεντακόσες ψυχές χαθήκαν. Πλήθος άλογα κ’ αλλά λάφυρα πήραν οι Έλληνες.

Η νίκη τους χαμογέλασε στη χαραυγή τούτη του αγώνα . Οι Έλληνες του Φαναριού έχασαν μόνο ένα σημαιοφόρο. Οι Τούρκοι μαζεύτηκαν στο κάστρο της Καρύταινας . Δεν τους χωρούσε όλους όμως. Κ’ ήταν πολλοί συναγμένοι κάτω από τα τείχη του σαν μελίσι. Ο Κολοκοτρώνης απόμεινε χωρίς φυσέκια. Τούλειπε προ πάντων μολυβί. Έγραψε στον αρχηγό των Φαναριωτών Χριστόπουλο: 

«Φίλτατε κύριε Τσανέτο,

Έλαβον τον τεσκερέ σου και είδον, εκάματε καλά όπου επιάσατε αυτό το μέρος και ημείς εδώ κουσούρι δεν κάνομεν, φόβο από την Τριπολιτσά δεν έχομεν. Έμαθα ότι έχετε βολύμι και δια τούτο διά νυκτός να μας ξημερώσετε τριακόσιας οκάδας βολύμι και από δω στέλνομαι παρούτι και γίνεται οικονομία και εις τα δυο μέρη και περιμένω το βολύμι.

                 -28 Μαρτίου Καρύταινα. Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης».

Το βολύμι φτάνει, μα παρουσιάζονται άλλες ελλείψεις, σοβαρώτερες. Έτσι τελείωσε η πρώτη αυτή μάχη των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους.

(ΠΗΓΗ: arvan.gr)